Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

#48-



*


          Δωμάτιο με λευκούς τοίχους, παραλληλόγραμους. Μπαλκονόπορτα που κοιτάει περίπου δυτικά αλλά όχι ακριβώς. Σιδηρόδρομος για κουρτίνες, άδειος. Το μισό δωμάτιο στέκεται κρυμμένο πίσω από τα λευκά πανιά που είναι κρεμασμένα από το ταβάνι-που κρέμεται και αυτό, σκοτεινό. Υπάρχει, επίσης, μια ομπρέλα με φως, από αυτές που χρησιμοποιούνται στις φωτογραφήσεις.
          Μέσα σε κενό αέρος, μια άμορφη μάζα, σκουρόχρωμη, περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της, στη μέση του δωματίου. Τα διάφορα σημεία της περιστρέφονται και αυτά γύρω από τον άξονά τους και προς το εσωτερικό της. Είναι φτιαγμένη από λάσπη ή από κάποιο άλλο γλειώδες υλικό. 
          Είναι ηλιοβασίλεμα. Μια ακτίνα φωτός ταξιδεύει ακουμπώντας την άμορφη μάζα. Αυτή σταματάει να περιστρέφεται μέσα σε μια αμηχανία. Έπειτα, αρχίζει να ταλαντεύεται αργά σαν να είναι έτοιμη να καταρρεύσει, να διαλυθεί στο πάτωμα. 
          Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα βουνά. Σκοτείνιασε. Η άμορφη μάζα έπαψε πια να ταλαντεύεται και στέκεται ακίνητη. Ακούγεται ένας απότομος ήχος, σαν αέρας που αποσυμπιέζεται και η μάζα διαλύεται στο πάτωμα σαν πολτός από φωτογραφίες.   





**


          Παρατηρούσε ξαπλωμένος το δωμάτιο τριγύρω. Τη λάμπα που φώτιζε το βάζο με τα μπαμπού και δημιουργούσε σκιές στον τοίχο, το γραφείο που ήταν αναστατωμένο από τις σημειώσεις και τη δουλειά, τα τρύπια παπούτσια που ήταν πεταμένα σε μια γωνία, αφόρετα πολύ καιρό και σκονισμένα. Ακούγονταν φωνές από το διπλανό δωμάτιο. Γύρισε τη πλάτη, στρίμωξε το κεφάλι του ανάμεσα στην πλάτη του ντιβανιού και στο πουπουλένιο μαξιλάρι και έφερε το σκέπασμα μέχρι τη μύτη του. Έκλεισε τα μάτια σφιχτά. Είπε μέσα του κάτι. Ο πόνος στο στήθος ήρθε, ανέπνεε με δυσκολία. Μια αθόρυβη σταγόνα έτρεξε από το αριστερό του μάτι και έφτασε στο στόμα του. Έβγαλε τη γλώσσα και την έγλυψε για να μην την δουν. Ξαφνικά,έστριψε το κεφάλι να δει πίσω από τον ώμο του ότι κανείς δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν. Γύρισε από την άλλη για τελευταία φορά να του πει κάτι.





***


Περπατούσε πολλή ώρα στον αέρα. Φύλλα και σκουπίδια χόρευαν τριγύρω.
Κάποιος του μίλησε, του είπε. Δεν ήταν κανείς εκεί.
Συνέχισε να περπατάει. 








    

         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου