Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

#30- (σκηνές της πόλης vol. 8)


*

           Υπόγειο. Ένας χώρος ορθογώνιου σχήματος. Έξι τσιμεντένιες κολώνες βαστάζουν την δομή και την οριοθετούν. Στα αριστερά, μια σκουριασμένη σκάλα οδηγεί σε μια έξοδο. Δεξιά στο βάθος, μια μισάνοιχτη πόρτα οδηγεί σε έναν μικρό χώρο. Ένα χαρτόκουτο ξεσκισμένο και ταλαιπωρημένο, ταινίες ξεχαρβαλωμένες και αντικείμενα χωρίς σχήμα. Ψηλά και κατα μήκος του αριστερού τοίχο, παράθυρα στενά και ορθογώνια, σκονισμένα και βρώμικα. Μερικά από αυτά ραγισμένα. Ο νότιος τοίχος είναι καλυμμένος με καθρέφτη, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι ο χώρος είναι αχανής. Οι υπόλοιποι τοίχοι είναι γκρίζοι και καλυμμένοι με μούχλα. Μια στιγμή μετά τη δύση του ηλίου. Γκρίζο φως μπαίνει από τα παράθυρα.
           Στη μέση του υπογείου υπάρχει ένα ορθογώνιο κομμάτι από λινάτσα. Στο κέντρο της λινάτσας κάθεται οκλαδόν μια φιγούρα, ένα πρόσωπο απροσδιόριστης μορφής φορώντας ένα απροσδιόριστο γκρίζο ένδυμα. Το δέρμα του είναι λείο και ρυτιδιασμένο. Τα μαλλιά του είναι αδιαφανή και διάφανα, απροσδιόριστου μήκους. Τα μάτια του μοιάζουν με γραμμές που λαμπυρίζουν αμυδρά. Δεν ξεχωρίζουν ίριδες, μόνο το ασπράδι, και αυτό δυσδιάκριτο. Δεν φαίνεται κανένα στόμα. Οι κορυφές από τα πτερύγια των αυτιών του ξεπροβάλλουν απειλητικά μέσα από τα μαλλιά.
            Τα χέρια του είναι μακριά. Μπροστά του υπάρχει ένα αντικείμενο που μοιάζει με γουδί και ένα μικρότερο που μοιάζει με γουδοχέρι. Με το δεξί του χέρι σέρνει το γουδοχέρι περιμετρικά στο στόμιο του γουδιού παράγοντας έναν αναιπαίσθητο ακαθόριστο ήχο. Με το αριστερό χέρι ξεριζώνει τούφες από τα μαλλιά του και τις τοποθετεί μέσα στο γουδί. Στις φαλακρές περιοχές ξαναφυτρώνουν στιγμιαία τούφες, αδιαφανείς και διάφανες, ακαθόριστες. Το ζαρωμένο στόμα του ξεπροβάλλει ξαφνικά σαν γραμμή, όμοιο με τα μάτια, και ψελλίζει ακαθόριστες λέξεις ανάμεσα στο ίσο από το γουδί και τη νεκρική σιωπή του υπογείου.
           In perpetuum.




**

           Σταυροδρόμι. Νύχτα. Στη γωνία του δυτικού πεζοδρομίου βρίσκεται μια παλιά ραπτομηχανή. Πίσω από τη ραπτομηχανή κάθεται ένας άνθρωπος που μοιάζει με σκιά. Μόνο τα μάτια του ξεχωρίζουν, γουρλωμένα και αγχωμένα. Συχνά, τα ίδια μάτια είναι νερουλιασμένα από την αϋπνία. Τα μάτια του είναι το σημείο από το οποίο αποβάλλει τις τοξίνες του οργανισμού του. Η δουλειά του είναι να ράβει τα σκισμένα δέρματα των ανθρώπων, μόνο τις νύχτες. Μαζεύει τα απομεινάρια από τα ραμμένα δέρματα για να τα χρησιμοποιήσει σε άλλα δέρματα που χρειάζονται ράψιμο. Όταν δεν έχει πελάτες, ράβει τις περιοχές εσωτερικά των δαχτύλων του αριστερού χεριού του. Πίσω από τον δεξί του ώμο στέκεται μια μαύρη φιγούρα, χωρίς χαρακτηριστικά, που του ψυθιρίζει στο αυτί τις ζωές των ανθρώπων που έρχονται να ραφτούνε. Στην πραγματικότητα, η μαύρη φιγούρα είναι ραμμένη στο δεξί του ώμο. 
           Στο βόρειο πεζοδρόμιο, κάτω από την λάμπα του δρόμου, στέκεται ένα πρόσωπο και κοιτάει τον άνθρωπο με τη ραπτομηχανή μέσα στα μάτια. Το δεξί μανίκι από το σακάκι του είναι σκισμένο και ματωμένο. Κοιτάζονται. Ο άνθρωπος με τη ραπτομηχανή έχει σταματήσει να ράβει τα δάχτυλά του. Τα μάτια του υγραίνονται. Το πρόσωπο αποφασίζει τελικά να διασχίσει το δρόμο. Την ίδια στιγμή, η μαύρη φιγούρα σκύβει στο αυτί του ανθρωπου με τη ραπτομηχανή. 





***

           Λεωφορείο. Ξημερώματα. Εργαζόμενες γυναίκες συζητούν μεταξύ τους. Αναμεσά τους, ένα μικρό παιδί. Είναι μόνο του. Ένα παλιό αμάξι με τρεις ηλικιωμένους το εγκατέλειψαν στη στάση του λεωφορείου πριν ξημερώσει. Κάθεται μόνο του και προσπαθεί να ξεφορτωθεί μια μικροσκοπική πρασινοκίτρινη μύξα που έχει κολλήσει στα δάχτυλά του. 










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου