Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

#13- (σκηνές της πόλης vol. 3)


νύχτωσε
έβαλε πάλι της γόβες της
και βγήκε στο δρόμο
μόνη
περπάτησε μερικά μέτρα
να δει προς τα πού φυσάει ο άνεμος
όταν ξαφνικά
ένας ανατριχιαστικός θόρυβος
μια διαπεραστική αίσθηση
έκανε τις γόβες της να σταματήσουν

κοίταξε κάτω
παντού θραύσματα από γυαλί
σκέπαζαν το δρόμο
ενστικτωδώς κοίταξε τον ουρανό
περιμένοντας να δει πως το στερέωμα γκρεμίστηκε
δεν ήταν το στερέωμα
δεν αναρωτήθηκε
κοντοστάθηκε όμως
χάθηκε για λίγο στις σκέψεις της
κοιτάζοντας από μακριά το φανάρι στο σταυροδρόμι
που διευθετούσε αδιάκοπα
μια κυκλοφορία ανύπαρκτη

έβγαλε τις γόβες της
και άρχισε να περπατά πάνω στα γυαλιά
ξυπόλητη και μόνη
γυμνή

η αίσθηση στις πατούσες τις αφόρητη
στα πρώτα δέκα βήματα
το πρόσωπό της πήρε την έκφραση του πόνου
μετά δεν ένιωσε τίποτα
ολομόναχη περπατώντας
ένιωσε βλέμματα να την κοιτούν βλοσυρά
πίσω από τα κλειστά παντζούρια των πολυκατοικιών
να την κοιτούν και να πλησιάζουν ασφυκτικά πάνω της
γρήγορα συνειδητοποίησε τα εμπόδια
ότι τα βλέμματα αυτά δεν την αγγίζουν
πώς άλλωστε πίσω από τζάμια
μέσα από γρίλιες
ανάμεσα από κάγκελα
πηδώντας ορόφους

έφτασε στο σταυροδρόμι
στη βάση των φαναριών
ένα παιδί μαυριδερό και άπλυτο
αφυδατωμένο και λεπτό σαν πέτσα
προσπαθούσε μάταια να σύρει ένα καρότσι
μια σκιά ενός παιδιού
τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν
σιωπή
ένας αέρας φύσηξε
ακούστηκε ο κρυστάλλινος θόρυβος
αμέτρητα γυάλινα θραύσματα
που τα παράσερνε ο αέρας
το παιδί παράτησε το καρότσι
κοίταξε τριγύρω του σα να ψάχνει κάτι
έπειτα κινήθηκε αργά προς μια μεριά
σήκωσε μια παρατημένη ψάθινη σκούπα
και την έδωσε στη γυναίκα
τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν
σιωπή

άρχισε να σκουπίζει τα γυαλιά
να τα μαζεύει στην άκρη του δρόμου σε σωρούς
μαζί να έρχεται και ο κρυστάλλινος θόρυβος
αμέτρητα γυάλινα θραύσματα
αμέτρητοι δρόμοι
να σκουπίζει θραύσματα
όλη τη νύχτα

το παιδί εν τω μεταξύ έφυγε
βρήκε δύναμη και ρέγουλα
να τσουλάει το καρότσι του
να βρίσκει το μονοπάτι του
σε λίγο τελείωνε και αυτή με το σκούπισμα
σε λίγο ξημέρωνε
ακούστηκε από μακριά ο ήχος του  φορτηγού ανακύκλωσης
που περνούσε από τους άδειους δρόμους
να μαζεύει τους σωρούς από θραύσματα
ήταν η ώρα να γυρίσει στο σπίτι
φορτηγό ανακύκλωσης
δεν απελπίστηκε
γύρισε πίσω στο δρόμο να βρει τις γόβες της
να βάλει τα ματωμένα πόδια της μέσα στις γόβες της
ήξερε πια τώρα πώς σκουπίζονται τα θραύσματα
ήξερε ποιά είναι η αίσθηση να βάζει τα ματωμένα πόδια της μέσα στις γόβες
τις φόρεσε και πήρε το δρόμο για το σπίτι

ξημέρωσε
μόλις μπήκε στο σπίτι της
έβγαλε τις γόβες της
περιποιήθηκε τις ταλαιπωρημένες πατούσες της
έβαλε το γνωστό νυχτικό της
ξάπλωσε στο κρεβάτι
η σκέψη της πήγε για λίγο στο παιδί
ποιά κατεύθυνση πήρε
ποιό ήταν το μονοπάτι του
τί είχε στοιβαγμένο μέσα στο καρότσι του

δεν αναρωτήθηκε πολύ
είδε έξω τον ήλιο να ξεπροβάλλει πάνω από την πόλη
και έκλεισε τα μάτια της να ξεκουραστεί










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου