Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

#4- (σκηνές της πόλης)

έβαλε τις γόβες και βγήκε
η πόλη έρημη
σήμερα θα κατηφόριζε το μεγάλο δρόμο
ο ήχος από τις γόβες της
έμοιαζε ανατριχιαστικός σε τόση σιωπή
μόνη
αυτή και οι γόβες της
και το σταθερό της βήμα

μπροστά σε κάτι σκουπίδια
αιλουροειδή κατασπάραζαν
ένα κέρινο ομοίωμά της
ο ήχος από τα τακούνια έπαψε
γύρισε το κεφάλι της
το βλέμμα της έγινε εκτυφλωτικό
γέλασε δυνατά και προκλητικά
τα αιλουροειδή μείνανε να την κοιτούν
με μάτια γουρλωμένα από φρίκη
απορία και φόβο
σταδιακά το γέλιο της έπαψε
και συνέχισε το δρόμο της

με το ίδιο σταθερό βήμα
έφτασε στο σταυροδρόμι
τα φανάρια λειτουργούσαν
διευθετώντας μια κυκλοφορία ανύπαρκτη

σε μια γωνία είδε τον καθρέφτη
κοντοστάθηκε για λίγο
έπειτα τον πλησίασε
με μια σιγουριά όλο δισταγμό
και αντίκρυσε το είδωλο

κοιτάχτηκε
το γυμνό της κορμί
οι γόβες της
απόρησε που είδε το βλέμμα της
σχεδόν μελαγχολικό
εγκαταλελημένο
άγριο και αποφασιστικό
κουρασμένο
ένα ρεύμα αέρα της μπέρδεψε τα μαλλιά
της χάιδεψε τις μουνότριχες
μέσα στην έρημη πόλη
ήταν καιρός να συνεχίσει τον κατήφορο

κοίταξε νότια
ήξερε ότι δεν ήταν μόνη στην πόλη
αυτή και τα αιλουροειδή
ήξερε ότι σε αυτό τον δρόμο
στον αριθμό τάδε
θα φόραγε μια λευκή ρόμπα
να ξανακρύψει τη γύμνια της προσωρινά
και θα ανηφόριζε τα σκαλοπάτια της οικοδομής
ήξερε ότι εκεί ο Άντρας με τα Άσπρα την περίμενε
καθισμένος σε μια παλιά πολιθρόνα
να του κάνει λίγη παρέα
στην αμείλικτη νέα σελήνη
πριν ολοκληρωτικά ξημερώσει

έτσι κι έγινε
κατηφόρησε
κρύφτηκε
συναντήθηκαν
αντάλαξαν σιωπηλές κουβέντες
ηχηρές σιωπές

όταν ο Άντρας με τα Άσπρα αποκοιμήθηκε γλυκά
στην πολυθρόνα του
αυτή κατέβηκε τη σκάλα
με το ίδιο σταθερό βήμα
άφησε τη λευκή ρόμπα κρεμασμένη
στο πόμολο της εξώπορτας
και ανηφόρισε το δρόμο για το σπίτι

στη διαδρομή
για λίγο χάθηκε σε σκέψεις
μόνη με τις γόβες της

τα φανάρια πια δεν λειτουργούσαν
ο καθρέφτης δεν ήταν εκεί
μάλλον εκλάπη
τα αιλουροειδή είχαν αφήσει
μόνο ένα μάτι να είναι ακέραιο στην άσφαλτο
ανάμεσα στα σκουπίδια
ο ήχος από τις γόβες έπαψε και πάλι
γονάτισε και πήρε το κέρινο μάτι της
στο αριστερό της χέρι
και συνέχισε τον ανήφορο
η πόλη έρημη
μόνη

όταν έφτασε έξω από το σπίτι
είχε σχεδόν χαράξει
μπήκε και ακούμπησε το κέρινό της μάτι στην κονσόλα
πάνω σε ένα παλιό σεμέν
έβγαλε τις γόβες
που τόσο την κούρασαν
που τόσο την κολάκευαν
έβαλε ένα ριχτό νυχτικό πάνω της
και ξάπλωσε στο κρεβάτι της ξεκουραστεί


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου